αισθητήριο όργανο

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

αισθητήριο όργανο (aisthitírio órganon (plural αισθητήρια όργανα)

  1. (anatomy, biology) sense organ, sensory organ

Declension[edit]

see: αισθητήριος (aisthitírios) and όργανο (órgano)