ακίνητη περιουσία

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Etymology[edit]

ακίνητος (akínētos, fixed) + περιουσία (periousía, wealth)

Noun[edit]

ακίνητη περιουσία (akíniti periousíaf (plural ακίνητες περιουσίες)

  1. real estate

Declension[edit]

see: ακίνητη and περιουσία