αστικές οδικές αρτηρίες

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

αστικές οδικές αρτηρίες (astikés odikés artiríesf

  1. Plural form of αστική οδική αρτηρία (astikí odikí artiría).