αστική οδική αρτηρία

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

αστική οδική αρτηρία (astikí odikí artiríaf (plural αστικές οδικές αρτηρίες)

  1. avenue
  2. urban main road

Declension[edit]

see: αστική (astikí), οδική (odikí) and αρτηρία (artiría)