γυναικεία περιτομή

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

γυναικεία περιτομή (gynaikeía peritomíf (plural γυναικείες περιτομές)

  1. (religion) female circumcision

Declension[edit]

see: γυναικείος (gynaikeíos) and περιτομή (peritomí)