δακτυλικός

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Alternative forms[edit]

Etymology[edit]

From Koine Greek δακτυλικός (daktulikós); synchronically analysable as δάχτυλο (dáchtylo) +‎ -ικός (-ikós).

Adjective[edit]

δακτυλικός (daktylikósm (feminine δακτυλική, neuter δακτυλικό)

  1. digital
  2. (prosody, poetry) dactylic
    δακτυλικό εξάμετρο (dactylic hexameter)

Declension[edit]

Related terms[edit]

Further reading[edit]

  • δακτυλικός in Triantafyllides, Hidryma (1998) Λεξικό της κοινής νεοελληνικής [Dictionary of Standard Modern Greek]