εντάξει

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to navigation Jump to search
See also: ένταξη

Greek[edit]

Etymology[edit]

Univerbation of the Katharevousa phrase εν τάξει, modelled after Ancient Greek ἐν (in) τάξει (order), the latter a dative form of τάξις. Calque of German in Ordnung.

Pronunciation[edit]

  • IPA(key): /ɛnˈdaksi/
  • Hyphenation: εν‧τά‧ξει

Adjective[edit]

εντάξει (entáxei) (indeclinable)

  1. all right, in order
    Είσαι εντάξει;Eísai entáxei?Are you all right?
    Είναι εντάξειEínai entáxeiIt's OK
    Είναι εντάξει;Eínai entáxei?Is it alright?
    • 1985, Παπακωνσταντίνου Γιάννης, Ενθυμήματα, ποτισμένα με αίμα και δάκρυα[1], volume 1, page 43:
      Εκρινα όμως σκόπιμο, να μη μαζέψω αυγά και κοτόπουλα για τον ταγματάρχη, μια και είχα την πρόφαση ότι δεν είχα τηλέφωνο και δεν ειδοποιήθηκα για την επιθεώρησή του. Ο ταγματάρχης έκανε επιθεώρηση, τα βρήκε όλα εντάξει και έγραψε στο βιβλίο «όλα καλώς». Όταν όμως θα έφευγε και μου ζήτησε τι του έχω μαζέψει και του είπα ότι δεν είχα ειδοποιηθεί για την άφιξή του, μου έβαλε μέρες φυλακή!
      Ekrina ómos skópimo, na mi mazépso avgá kai kotópoula gia ton tagmatárchi, mia kai eícha tin prófasi óti den eícha tiléfono kai den eidopoiíthika gia tin epitheórisí tou. O tagmatárchis ékane epitheórisi, ta vríke óla entáxei kai égrapse sto vivlío «óla kalós». Ótan ómos tha éfevge kai mou zítise ti tou écho mazépsei kai tou eípa óti den eícha eidopoiitheí gia tin áfixí tou, mou évale méres fylakí!
      I thought it prudent not to collect eggs and chickens for the Major, seeing as he had the excuse of me not having a phone and that I hadn't been alerted to his inspection.The Major carried out his inspection, found everything in order and wrote down in his book 'all is well'. When he was to leave, however, and he asked me what I had collected, and I said that I had not been told about his departure, he threw me into jail for days!

Interjection[edit]

εντάξει (entáxei)

  1. all right, alright, OK

Further reading[edit]