μηχανή εσωτερικής καύσης

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

μηχανή εσωτερικής καύσης (michaní esoterikís káfsisf (plural μηχανές εσωτερικής καύσης)

  1. (automotive) internal combustion engine

External links[edit]