πώληση

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

πώληση ‎(pólisif ‎(plural πωλήσεις)

  1. (business) sale, sales
    πώληση όπλων   (arms sales)
    πώληση διαμερίσματος   (sales department)

Declension[edit]