σελιδοδείκτης

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Etymology[edit]

σελίδα (“page”) + δείκτης (“pointer”)

Noun[edit]

σελιδοδείκτης ‎(selidodeíktism ‎(plural σελιδοδείκτες)

  1. bookmark

Declension[edit]