Category:Greek masculine nouns
Appearance
| Newest and oldest pages |
|---|
| Newest pages ordered by last category link update: |
| Oldest pages ordered by last edit: |
Greek nouns of masculine gender, i.e. belonging to a gender category that contains (among other things) male beings.
Pages in category "Greek masculine nouns"
The following 200 pages are in this category, out of 4,691 total.
(previous page) (next page)Α
- Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος
- Α.Α.
- Α.Β.Υ.
- Α.Μ.
- Α.Π.Ο.
- Α.Φ.Μ.
- αα
- Ααρών
- άβακας
- αβανγκαρντισμός
- αβανγκαρντιστής
- αβανταδόρος
- αβγουλάς
- αβδηρίτης
- Αβδηρίτης
- Αβεντισιάν
- Αβετισιάν
- Αβησσυνός
- αβλέμονας
- Αβογκάντρο
- Αβραάμ
- αγαλματοποιός
- Αγαμέμνονας
- άγαμος
- αγάπανθος
- αγαπημένος
- αγαπημός
- αγαπητικός
- αγαπόρνις
- αγαρδίτης
- Αγαρηνός
- αγάς
- Αγατζανιάν
- αγγειογράφος
- αγγειολόγος
- αγγειοπλάστης
- αγγειοχειρουργός
- αγγελιαφόρος
- αγγελιοφόρος
- άγγελος
- Άγγελος
- Αγγέλου
- αγγλικανισμός
- αγγλικανός
- αγγλισμός
- Άγγλοι
- Άγγλος
- άγγλος
- Αγγλοσάξονας
- Αγγλοσάξωνας
- αγελαδάρης
- αγελαδοκόμος
- αγελαδοτρόφος
- αγέρας
- Αγησίλαος
- αγιασμός
- αγιατολάχ
- Αγιοβασίλης
- αγιογδύτης
- αγιογράφος
- αγιοπούλι
- αγιορείτης
- άγιος
- άγιος άρτος
- Άγιος Βασίλειος
- Άγιος Βασίλης
- Άγιος Βικέντιος και Γρεναδίνες
- Άγιος Γεώργιος
- Άγιος Γόρδιος
- Άγιος Μαρίνος
- Άγιος Μαρτίνος
- Άγιος Νικόλαος
- Άγιος Χριστόφορος και Νέβις
- αγιούπας
- αγκαθότοπος
- Αγκαντζανιάν
- Αγκατζανιάν
- αγκλέορας
- αγκλέουρας
- Αγκολέζος
- αγκώνας
- αγλέουρας
- αγλέωρας
- αγνισμός
- αγνοούμενος
- αγνώμονας
- αγνώμων
- αγνωστικισμός
- αγνωστικιστής
- αγνωστικός
- άγνωστος
- αγορανόμος
- αγοραστής
- αγορητής
- αγούπας
- αγραμματισμός
- αγρεργάτης
- αγριάνθρωπος
- αγριεμός
- αγριόγαλλος
- αγριόγαλος
- αγριόγατος
- αγριόκουρκος
- αγριόκυκνος
- αγριότοπος
- αγριόχοιρος
- Αγρίππας
- αγροίκος
- αγρονόμος
- αγρός
- αγρότης
- αγροτοβιομηχανικός
- αγροτοπατέρας
- αγροτοπατερισμός
- αγροφύλακας
- αγυιόπαις
- αγύριστος
- αγύρτης
- αγωγιάτης
- αγωγός
- αγώνας
- αγωνιστής
- αγωνοδίκης
- αγωνοθεσία
- αγωνοθέτης
- Αδάμ
- αδάμαντας
- αδαμαντοπώλης
- αδαμαντουργός
- αδαμαντωρύχος
- αδάμας
- Άδαμος
- αδελφοκτόνος
- αδελφομίκτης
- αδελφοποιτός
- αδελφός
- αδένας
- αδερφοποιτός
- αδερφός
- Άδης
- αδιάφθορος
- αδικαιολόγητα απών
- αδικαιολογήτως απών
- αδικητής
- Αδόλφος
- Αδριανός
- Άδωνης
- αεραγωγός
- αέρας
- αερασκός
- αεριαγωγός
- αεριοστρόβιλος
- αεριοστροβιλωθητήρας
- αερισμός
- αεριστήρας
- αεριτζής
- αεροβάτης
- αεροδιάδρομος
- αεροελεγκτής
- αεροθάλαμος
- αεροκαθαριστήρας
- αεροκινητήρας
- αερόλιθος
- αερολιμένας
- αερολιμήν
- ἀερολιμήν
- αερολόγος
- αερομεταφορέας
- αερομηχανικός
- αερομοντελισμός
- αερομοντελιστής
- αεροναυπηγός
- αεροναύτης
- αεροπειρατής
- αεροπόρος
- αερόσακος
- αεροστρόβιλος
- αεροσυμπιεστής
- αεροσυνοδός
- αεροσωλήνας
- αεροψεκασμός
- αετιδέας
- αετιδεύς
- αετονύχης
- αετός
- Αετός
- Αζέρος
- αζουρίτης
- Άη Βασίλης
- αήρ
- Αθανασάκης
- Αθανασέλης
- Αθανασέλλης
- Αθανάσιος
- αθάνατος
- αθεϊσμός
- αθεϊστής
- αθεΐστρια
- αθέρας
- Αθηναίος