στην ώρα μου

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Phrase[edit]

στην ώρα μου (stin óra mou)

  1. on time

Usage notes[edit]

Meaning literally, in the first person singular, "is at my time" the personal pronoun follows the subject of the sentence:

Είμαι στην ώρα μου. (I am on time)
Ο Κώστας είναι στην ώρα του. (Kostas is on time)
Η Ελένη ήταν στην ώρα της. (Eleni was on time)
Πληρώνουν στην ώρα τους. (They pay on time)

Synonyms[edit]