στην

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Etymology[edit]

Ultimate origin is from Ancient Greek εἰς ‎(eis, to, in) +‎ τήν ‎(tḗn, the)

Pronunciation[edit]

IPA(key): /ˈstin/

Contraction[edit]

στην ‎(stin)

  1. Contraction of σε την ‎(se tin, to the).
    Μας πήρε στην τράπεζα. (We took it to the bank.)
    Κοιμόμασταν στην Κόρινθο. (We slept in Corinth.)
    Το ξενοδοχείο στην Κόρινθο. (The hotel at Corinth.)

Related terms[edit]