στον

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Contraction[edit]

στον (ston)

  1. Contraction of σε τον (se ton, to the).
    Πήγα στον γιατρό. (I went to the doctor.)
    Κοιμόμασταν στον Βόλο. (We slept in Volos.)
    Το ξενοδοχείο στον Βόλο. (The hotel at Volos.)

Related terms[edit]