στις

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Contraction[edit]

στις ‎(stis)

  1. Contraction of σε τις ‎(se tis, to the).
    Πήγα στις φίλες. (I went to the friends.)
    Δεν ήμουν στις δέκα πρώτες. (I wasn't in the first ten.)
    Καλοκαίρι στις Κυκλάδες. (Summer at the Cyclades.)

Related terms[edit]