υδρόβιος

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Pronunciation[edit]

Adjective[edit]

υδρόβιος ‎(ydróviosm, feminine: υδρόβια (ydróvia), neuter: υδρόβιο (ydróvio)

  1. aquatic
    Ένα καλλιεργούμενο υδρόβιο φυτό.
    Α cultivated aquatic plant.

Declension[edit]

Related terms[edit]