υδρόβιος

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Etymology[edit]

From Byzantine Greek ὑδρόβιος (hudróbios), equivalent to υδρό- (ydró-, water) +‎ βίος (víos, life).

Pronunciation[edit]

  • IPA(key): /iˈðrovios/
  • Hyphenation: υ‧δρό‧βι‧ος

Adjective[edit]

υδρόβιος (ydróviosm (feminine υδρόβια, neuter υδρόβιο)

  1. aquatic
    Ένα καλλιεργούμενο υδρόβιο φυτό.
    Α cultivated aquatic plant.

Declension[edit]

Related terms[edit]