υπερβολικά

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Adjective[edit]

υπερβολικά (ypervoliká)

  1. Nominative neuter plural form of  υπερβολικός (ypervolikós).
  2. Accusative neuter plural form of  υπερβολικός (ypervolikós).
  3. Vocative neuter plural form of  υπερβολικός (ypervolikós).