Category:el:Crime

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Recent additions to the category
  1. διάρρηξη
  2. μπουκαδόρος
  3. διαρρήκτης
  4. αδικήτρια
  5. αδικητής
  6. σίριαλ κίλερ
  7. κλοπή
  8. κομπιναδόρος
  9. κομπίνα
  10. μαχαιρώνω
Oldest pages ordered by last edit
  1. αεροπειρατής
  2. αεροπειρατίνα
  3. μαχαιρώνω
  4. λαθρέμπορος
  5. κλοπή
  6. πειρατίνα
  7. εμπρησμός
  8. απαγωγή
  9. κομπίνα
  10. κομπιναδόρος

» All languages » Greek language » All topics » Society » Crime

Greek terms related to crime.