Category:el:Pharmacology

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Recent additions to the category
  1. βάμμα
  2. αντιβίωση
  3. αντιβιοτικό
  4. χάπι
  5. κωδεΐνη
  6. κάψουλα
  7. δισκίο
  8. παυσίπονο
  9. αντικαταθλιπτικός
  10. αναλγητικό
Oldest pages ordered by last edit
  1. βαρβιτουρικό
  2. αντιβίωση
  3. βάμμα
  4. φαρμακοποιός
  5. φαρμακευτική
  6. φαρμακοποιία
  7. φαρμακολογία
  8. φάρμακο
  9. φαρμακείο
  10. παυσίπονο

» All languages » Greek language » All topics » Sciences » Chemistry » Biochemistry » Pharmacology

Greek terms related to pharmacology.

Subcategories

This category has the following 4 subcategories, out of 4 total.

D

P

T