Category:el:Chemistry

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Recent additions to the category
  1. κρυστάλλωση
  2. αιώρημα
  3. διύλιση
  4. καταλυτικός
  5. μοριακός
  6. μοριακό βάρος
  7. ισοδύναμο βάρος
  8. κατάλ
  9. γραμμομόριο
  10. μολ
Oldest pages ordered by last edit
  1. λιπαρό οξύ
  2. απομονώνω
  3. διαβρωτικός
  4. απόλυτο μηδέν
  5. μπεκερέλ
  6. μολ
  7. γραμμομόριο
  8. κατάλ
  9. μοριακό βάρος
  10. μοριακός

» All languages » Greek language » All topics » Sciences » Chemistry

Greek terms related to chemistry.

Subcategories

This category has the following 3 subcategories, out of 3 total.

A

B

O

Pages in category "el:Chemistry"

The following 198 pages are in this category, out of 198 total.