Category:el:Organic chemistry

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Recent additions to the category
  1. καρβονικό οξύ
  2. χαρακτηριστική ομάδα
  3. αλκίνιο
  4. αιθύλιο
  5. μεθυλένιο
  6. αιθέρας
  7. οργανική ένωση
  8. αλκοόλη
  9. μεθύλιο
  10. καρβονικόν
Oldest pages ordered by last edit
  1. αλκίνιο
  2. μεθύλιο
  3. μεθυλένιο
  4. οργανική ένωση
  5. οργανική χημεία
  6. χαρακτηριστική ομάδα
  7. αλκοόλη
  8. αιθέρας
  9. αιθύλιο
  10. καρβονικό οξύ

» All languages » Greek language » All topics » Sciences » Chemistry » Organic chemistry

Greek terms related to organic chemistry.