Category:el:Physiology

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Recent additions to the category
  1. αιμάτωση
  2. αερόβιος
  3. αεροβίωση
  4. αιματικός
  5. δυναμικό ενέργειας
  6. επαγωγή
  7. νευροτοξίνη
  8. φυσιολόγος
  9. υγρό
  10. εκσπερμάτωση
Oldest pages ordered by last edit
  1. αιματικός
  2. αεροβίωση
  3. αιμάτωση
  4. στύση
  5. πλάσμα
  6. πέψη
  7. αρτηρία
  8. πειραματόζωο
  9. νευροδιαβιβαστής
  10. εκσπερμάτιση

» All languages » Greek language » All topics » Sciences » Biology » Physiology

Greek terms related to physiology.