Category:el:Transport

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Recent additions to the category
  1. επιβίβαση
  2. παρκάρω
  3. μονόδρομος
  4. αναχώρηση
  5. αναχωρώ
  6. εισιτήριο διαρκείας
  7. ναύλος
  8. τιμή
  9. ναύλα
  10. φροντίστρια
Oldest pages ordered by last edit
  1. αυτοκινητόδρομος υπερταχείας κυκλοφορίας
  2. αυτοκινητόδρομος
  3. τάντεμ
  4. ΛΕΑ
  5. ταχεία
  6. σήραγγα
  7. τούνελ
  8. τρόικα
  9. ταξί
  10. τιμή

» All languages » Greek language » All topics » Transport

Greek terms related to transport.