μέγας

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Ancient Greek[edit]

Etymology[edit]

From Proto-Indo-European *meǵh₂s (great). Cognates include Sanskrit मह (mahá, great, mighty, strong, abundant), Middle Persian ms (meh, great) (< *mas), (Persian مه (mih)), Avestan [script needed] (maz-, large), Tocharian B māka (large), Hittite [script needed] (mēkkis, much, many, numerous), Old Armenian մեծ (mec), Old Irish maige (great, large), Albanian madh (large), Latin magnus and Old English micel (English much).

Pronunciation[edit]

Adjective[edit]

μέγας (mégasm, μεγάλη f, μέγα n; first/second declension

  1. big, large
  2. great, mighty
  3. marvelous, awesome

Inflection[edit]

Number Singular Dual Plural
Case \ Gender Masculine Feminine Neuter Masculine Feminine Neuter Masculine Feminine Neuter
Nominative μέγας μεγάλη μέγα μεγάλω μεγάλα μεγάλω μεγάλοι μεγάλαι μεγάλα
Genitive μεγάλου μεγάλης μεγάλου μεγάλοιν μεγάλαιν μεγάλοιν μεγάλων μεγάλων μεγάλων
Dative μεγάλῳ μεγάλῃ μεγάλῳ μεγάλοιν μεγάλαιν μεγάλοιν μεγάλοις μεγάλαις μεγάλοις
Accusative μέγαν μεγάλην μέγα μεγάλω μεγάλα μεγάλω μεγάλους μεγάλας μεγάλα
Vocative μεγάλε μεγάλη μέγα μεγάλω μεγάλα μεγάλω μεγάλοι μεγάλαι μεγάλα

References[edit]