χαρακτηριστικός

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Adjective[edit]

χαρακτηριστικός (charaktiristikósm,  feminine: χαρακτηριστική (charaktiristikí), neuter: χαρακτηριστικό (charaktiristikó)

  1. characteristic, typical

Declension[edit]

Related terms[edit]