έως

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Pronunciation[edit]

Alternative forms[edit]

Preposition[edit]

έως ‎(éos) (+ accusative)

  1. (position): until
    Πάω έως την άκρη του κόσμου.‎ ― Páo éos tin ákri tou kósmou. ― I go to the end of the world.
  2. (time): until, before
    Θα είμαι στο σπίτι έως τις έξι.‎ ― Tha eímai sto spíti éos tis éxi. ― I'll be home before six.