ως

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to navigation Jump to search
See also: ὡς, ὥς, ὦς, and -ως

Greek[edit]

Adverb[edit]

ως (os)

  1. as
    Να δέχεσαι τα πράγματα ως έχουν.   (To accept things as they are.)

Particle[edit]

ως (os)

  1. as
    Σας μιλώ ως επιστήμονας.   (I speak to you as a scientist.)
    Αντιμετωπίστε καθετί νέο ως πρόκληση!   (Treat everything new as a challenge!)

Preposition[edit]

ως (os)

  1. (position): to, as far as
    πάω ως την άκρη του κόσμου.   (I go to the end of the world.)
  2. (time): until, before, by
    Θα είμαι στο σπίτι ως τις έξι.   (I'll be home before six.)

Synonyms[edit]