κουδούνι

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Alternative forms[edit]

Etymology[edit]

Inherited from Ancient Greek κωδώνιον (kōdṓnion), a diminutive of κώδων (kṓdōn, bell).

Pronunciation[edit]

Noun[edit]

κουδούνι (koudoúnin (plural κουδούνια)

  1. bell
  2. doorbell
    • 2011, Βασίλης Δανέλλης, Μαύρη μπίρα:
      Μια παχουλή γυναίκα πενήντα και βάλε άνοιξε την πόρτα αμέσως μετά τον ήχο του κουδουνιού. Με κοίταξε με μια αγενή έκφραση απορίας. Της πούλησα ένα παραμύθι διαφορετικό από εκείνο που είχα πασάρει μερικά λεπτά πριν στην ένοικο του ημιυπόγειου διαμερίσματος.
      Mia pachoulí gynaíka penínta kai vále ánoixe tin pórta amésos metá ton ícho tou koudounioú. Me koítaxe me mia agení ékfrasi aporías. Tis poúlisa éna paramýthi diaforetikó apó ekeíno pou eícha pasárei meriká leptá prin stin énoiko tou imiypógeiou diamerísmatos.
      (please add an English translation of this usage example)

Declension[edit]

Synonyms[edit]

Derived terms[edit]

Further reading[edit]

  • κουδούνι in Triantafyllides, Hidryma (1998) Λεξικό της κοινής νεοελληνικής [Dictionary of Standard Modern Greek]