ωσότου

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Conjunction[edit]

ωσότου (osótou)

  1. until
    Η μάνα έκατσε στο προσκέφαλο του παιδιού της, ωσότου το πήρε ο ύπνος.
    The mother sat at her child's bedside until he was asleep.

Synonyms[edit]