ἐπιχαιρεκακία

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Ancient Greek[edit]

Etymology[edit]

From ἐπιχαιρέκακος ‎(epikhairékakos), from ἐπιχαίρω ‎(epikhaírō, I rejoice) (from ἐπί ‎(epí, upon) + χάρις ‎(kháris, joy)) + κακός ‎(kakós, evil).

Pronunciation[edit]

Noun[edit]

ἐπιχαιρεκακίᾱ ‎(epikhairekakíā) (genitive ἐπιχαιρεκακίᾱς); f, first declension

  1. joy at the misfortune of another, schadenfreude, spitefulness
    • 4th century BC, Aristotle, Nicomachean Ethics II 7a10
      συνειλημμένα μετὰ τῆς φαυλότητος, οἷον ἐπιχαιρεκακία ἀναισχυντία φθόνος, καὶ ἐπὶ τῶν πράξεων μοιχεία κλοπὴ ἀνδροφονία
    • 4th century BC, Aristotle, Nicomachean Ethics II 8b1
      νέμεσις δὲ μεσότης φθόνου καὶ ἐπιχαιρεκακίας, εἰσὶ δὲ περὶ λύπην καὶ ἡδονὴν τὰς ἐπὶ τοῖς συμβαίνουσι τοῖς πέλας γινομένας

Inflection[edit]

References[edit]