Category:Greek nouns declining like 'άχυρο'
Appearance
| Newest and oldest pages |
|---|
| Newest pages ordered by last category link update: |
| Oldest pages ordered by last edit: |
Greek nouns declining like άχυρο.
Governed by {{el-nN-ο-α-3a}}.
| Jump to: Top – Αα Ββ Γγ Δδ Εε Ζζ Ηη Θθ Ιι Κκ Λλ Μμ Νν Ξξ Οο Ππ Ρρ Σσς Ττ Υυ Φφ Χχ Ψψ Ωω |
Pages in category "Greek nouns declining like 'άχυρο'"
The following 200 pages are in this category, out of 429 total.
(previous page) (next page)Α
- άβατο
- αβγότσουφλο
- άγανο
- αγαποβότανο
- αγγειόσπερμο
- αγιάγκαθο
- αγιοδημητριάτικο
- αγοροκόριτσο
- αγουρόλαδο
- αγριοβούβαλο
- αγριοδαμάσκηνο
- αγριοκάστανο
- αγριοκάτσικο
- αγριοκόριτσο
- αγριόκρινο
- αγριολάχανο
- αγριολούλουδο
- αγριοπερίστερο
- αγριοράδικο
- αγριόσκυλο
- αγριόσυκο
- αγριοτριαντάφυλλο
- αγριόχορτο
- αγυιόπαιδο
- αδιάβροχο
- αδίαντο
- αεικίνητο
- αερόθερμο
- αερόλουτρο
- αερόπλανο
- αερόπλοιο
- αερόστατο
- αερόσφυρο
- αερόφρενο
- αετόπουλο
- αθόγαλο
- αϊδημητριάτικο
- αισχρόλογο
- αιώνιο
- ακαταλόγιστο
- ακρόβαθρο
- ακροδάχτυλο
- ακροκέραμο
- ακρόπρωρο
- αλατόνερο
- αλατοπίπερο
- αλεξήνεμο
- αλεξικέραυνο
- αλεξίπυρο
- αλεξίφωτο
- αλητόπαιδο
- άλμπουρο
- αλογοπάζαρο
- αλουμινόχαρτο
- αλυσοπρίονο
- αμμόλουτρο
- αμμοχάλικο
- αμπελόφυλλο
- αμπερόμετρο
- αμυγδαλόλαδο
- αμυλάλευρο
- αμφίψωμο
- ανάβαθρο
- αναξιόχρεο
- ανατρεπόμενο
- άνδηρο
- ανδράποδο
- ανεμόβροχο
- ανεμούριο
- ανεμοχάλαζο
- ανθόγαλο
- ανθόνερο
- ανθότυρο
- ανθύλλιο
- αντάρτικο
- άντερο
- αντίβαρο
- αντίδερο
- αντίδωρο
- αντίθετο
- ἀντίθετο
- αντιμάμαλο
- αντίσκηνο
- αντίστοιχο
- αντίστροφο
- αντίτιμο
- αξιόχρεο
- απάγκιο
- απειροστημόριο
- απόβαρο
- απόβραδο
- απόγαιο
- απολυτίκιο
- απομεσήμερο
- απόπαιδο
- απορριμματοφόρο
- αποτσίγαρο
- αποχείμωνο
- απροχώρητο
- αραποσίταρο
- αραπόσταρο
- άρβυλο
- αργύριο
- αρετσίνωτο
- άριο
- αρκουδοτόμαρο
- αρκτικόλεξο
- άρμενο
- αρμοκάλυπτο
- αρμοκάλυπτρο
- άρμπουρο
- αρπίχορδο
- αρχοντόπουλο
- αρχοντόσπιτο
- ασβεστάδικο
- ασβεστοκάμινο
- ασβεστόνερο
- ασημοκάντηλο
- ασημόχαρτο
- ασημόψαρο
- ασκαλώνιο
- ασπράγκαθο
- άσπρο
- ασπρολούλουδο
- ασπρόμαυρο
- ασπρόρουχο
- ασπροσκούληκο
- ασπρόψαρο
- αστραπόβροντο
- αστραπόφεγγο
- ασυνείδητο
- ατμόλουτρο
- ατμόμετρο
- ατμόπλοιο
- ατσαλόμαλλο
- αυγοτάραχο
- αυγότσουφλο
- αυτόγραφο
- αυτοκόλλητο
- αυτόματο
- αφήλιο
- αφρόλουτρο
- αφρόχειλο
- αφρόψαρο
- άχερο
- αχλαδόμηλο
- αχνόφεγγο
- άχυρο
- αψίνθιο