Category:el:Architecture

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Recent additions to the category
  1. σφηνόλιθος
  2. κατασκευή
  3. κάγκελο
  4. άτλας
  5. εκσκαφή
  6. καθολικό
  7. άκανθος
  8. άκανθα
  9. παράθυρο
  10. θόλος
Oldest pages ordered by last edit
  1. τσιμεντένιος
  2. ρετιρέ
  3. πεδιλοδοκός
  4. οικοδομικό τετράγωνο
  5. οικοδομικός
  6. Παρθενώνας
  7. αρχιτεκτονική
  8. κεφαλάρι
  9. πέδιλο
  10. άβακας

» All languages » Greek language » All topics » Sciences » Applied sciences » Architecture

Greek terms related to architecture.