Category:el:Art

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Recent additions to the category
  1. ακουαρελίστα
  2. ακουαρελίστας
  3. ακαδημαϊσμός
  4. νερομπογιά
  5. υδατογραφία
  6. ακουαρέλα
  7. ναΐφ
  8. εγκατάσταση
  9. άγαλμα
  10. ζωγραφία
Oldest pages ordered by last edit
  1. πινακοθήκη
  2. ζωγραφίζω
  3. ανάγλυφο
  4. υπερρεαλισμός
  5. ζωγράφος
  6. σουρεαλισμός
  7. γλύπτης
  8. λιθογραφία
  9. οπ αρτ
  10. ποπ

» All languages » Greek language » All topics » Society » Culture » Art

Greek terms related to art.