Category:el:Electricity

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Recent additions to the category
  1. ακροδέκτης
  2. στοιχείο
  3. τροφοδοτικός
  4. τροφοδοτικό
  5. διαφορά δυναμικού
  6. τάση
  7. σίβερτ
  8. γκρέυ
  9. επαγωγή
  10. αντίσταση
Oldest pages ordered by last edit
  1. τροφοδοτικός
  2. βολτ
  3. ηλεκτροπληξία
  4. πηνίο
  5. συσσωρευτής
  6. γεννήτρια
  7. ηλέκτριση
  8. μπαταρία
  9. ηλεκτρικό φορτίο
  10. ντουί

» All languages » Greek language » All topics » Sciences » Physics » Electromagnetism » Electricity

Greek terms related to electricity.