Category:el:Engineering

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Recent additions to the category
  1. αβίδωτος
  2. βιδωτός
  3. σύνεργα
  4. συνεργείο
  5. ερπυστριοφόρος
  6. χαλκοκολλώ
  7. οξυγονοκολλήτρια
  8. οξυγονοκολλητής
  9. τριβολογία
  10. δευτερόλεπτο
Oldest pages ordered by last edit
  1. τσοκ
  2. αεροδυναμικός
  3. οξυγονοκολλώ
  4. συγκολλώ
  5. ερπυστριοφόρος
  6. κιβώτιο ταχυτήτων
  7. ντίζελ
  8. πεδιλοδοκός
  9. κέλβιν
  10. χαλκοκολλώ

» All languages » Greek language » All topics » Sciences » Applied sciences » Engineering

Greek terms related to engineering.