Category:el:Marriage

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Recent additions to the category
  1. νυμφευμένος
  2. άνδρας
  3. κουμπάρος
  4. παράνυφος
  5. παράνυμφος
  6. νύφη
  7. παντρεμένη
  8. γυναίκα
  9. παντρεμένος
  10. σύζυγος
Oldest pages ordered by last edit
  1. παράνυμφος
  2. γάμος ομοφύλων
  3. νυμφευμένος
  4. κουμπάρος
  5. παντρεμένος
  6. παράνυφος
  7. σύζυγος
  8. παντρεύω
  9. παντρεύομαι
  10. παντρεμένη

» All languages » Greek language » All topics » Society » Culture » Marriage

Greek terms related to marriage.