πολιτισμός

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

πολιτισμός (politismósm (plural πολιτισμοί)

  1. culture, civilisation, way of life
    ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός   (ancient Greek civilisation)
    αυτός έζησε μακριά από τον πολιτισμό   (he lived far from civilisation)

Declension[edit]

Related terms[edit]

see: πόλη

See also[edit]

External links[edit]