χάνω

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search
See also: κάνω

Greek[edit]

Verb[edit]

χάνω (cháno);  simple past: έχασα (échasa);  passive form: χάνομαι (chánomai)

  1. lose
    Έχασα ξανά τα κλειδιά. (I lost the keys again.)
    Η ομάδα μας έχασε στον ημιτελικό. (Our team lost in the semifinal.)
    Έχασα τον ύπνο σου. (You lost your sleep.)
  2. miss, not have
    Θα χάσει το τρένο. (He will miss the train.)

Conjugation[edit]