Appendix:Greek verbs

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Contents

Core verbs[edit]

An arbitary list of more frequent Greek verbs - those found with a frequency (lemma + all forms) of more than 1,000 as found on Το Σώμα Κειμένων (Corpus) του ΙΕΛ.
are impersonal verbs
are mediopassive verbs
are deponent verbs


Active Passive
Present Simple past English Present Simple past English Frequency
είμαι be 589,317
έχω have 412,737
λέω, λέγω είπα say, tell λέγομαι ειπώθηκα, λέχθηκα be called 149,607
μπορώ μπόρεσα can, be able 131,952
γίνομαι   ‡ έγινα become 109,684
υπάρχω υπήρξα exist, be 105,393
κάνω έκανα, έκαμα do, make, perform, commit 98,753
πρέπει must, have to 94,466
δίνω, δίδω έδωσα give δίνομαι δόθηκα to be given to 79,391
βρίσκω βρήκα find, discover βρίσκομαι βρέθηκα be located 61,728
θέλω θέλησα want, need 58,073
βλέπω είδα see 47,985
παίρνω πήρα take, get, catch παίρνομαι πάρθηκα to be taken 44,647
αναφέρω ανέφερα mention, cite 38,409
πάω, πηγαίνω πήγα go 34,804
ζητώ, ζητάω ζήτησα ask for, request 34,492
δηλώνω δήλωσα declare δηλώνομαι δηλώθηκα 33,882
αποτελώ αποτέλεσα constitute, form αποτελούμαι 31,765
περνάω, περνώ πέρασα pass, go through περνιέμαι περάστηκα be passed 30,140
έρχομαι   ‡ ήρθα come 29,253
μιλάω, μιλώ μίλησα speak 28,106
δημιουργώ δημιούργησα create δημιουργούμαι δημιουργήθηκα 27,434
αρχίζω άρχισα begin, start 26,773
ξέρω ήξερα imp. know (fact) 25,716
φαίνομαι   ‡ φάνηκα appear, seem 23,375
παίζω έπαιξα play 23,022
πιστεύω πίστεψα believe 22,953
χρησιμοποιώ χρησιμοποίησα use, employ χρησιμοποιούμαι χρησιμοποιήθηκα be used 22,143
δείχνω έδειξα show, point at δείχνομαι δείχτηκα to show off 21,152
γνωρίζω γνώρισα know (somebody) γνωρίζομαι get to know 21,041
παρουσιάζω παρουσίασα appear παρουσιάζομαι παρουσιάστηκα 20,851
χάνω έχασα lose χάνομαι χάθηκα vanish, perish 20,383
χρειάζομαι   ‡ χρειάστηκα need 19,934
μετράω, μετρώ μέτρησα count, measure 19,814
απαντώ, απαντάω απάντησα reply, answer 19,744
ακούω άκουσα listen 19,733
συνεχίζω συνέχισα continue 19,439
λαμβάνω, λαβαίνω λάμβανα receive, get, take 19,375
φέρω, φέρνω έφερα bring 19,190
καταθέτω κατέθεσα submit, deposit (money) 18,772
αντιμετωπίζω confront 18,512
οδηγώ drive 18,110
αφήνω άφησα leave, let go 17,992
μένω έμεινα stay, remain, live 17,298
φτάνω έφτασα arrive 17,129
συζητώ, συζητάω συζήτησα discuss 16,989
γράφω έγραψα write 16,817
ακολουθώ ακολούθησα follow, pursue 16,464
αποφασίζω αποφάσισα decide 16,451
ξεκινώ, ξεκινάω begin, start 16,070
βάζω έβαλα put on, put in, etc 15,652
προσθέτω add 15,432
μπαίνω μπήκα enter, go in, come in 15,270
προσπαθώ προσπάθησα try, attempt 15,225
αλλάζω change 14,601
νομίζω νόμισα think (opinion) 14,495
παραμένω παρέμεινα linger, remain 14,377
επιτρέπω allow, permit 13,999
δέχομαι   ‡ δέχτηκα accept 13,799
κινώ move κινούμαι 13,323
περιμένω περίμενα wait 12,953
καλώ κάλεσα invite, summon 12,768
ζω έζησα live, be alive 12,648
κρατώ, κρατάω κράτησα keep, hold 12,611
σημαίνω σήμανα mean, signify 12.381
προσφέρω offer 12,085
βγαίνω βγήκα go out, exit, rise 11,996
εφαρμόζω apply 11,852
φεύγω έφυγα leave (place) 11,464
κλείνω έκλεισα close, shut 11,459
κερδίζω win, earn (money) 11,402
καταλαβαίνω κατάλαβα understand 11,186
ανοίγω άνοιξα open, switch on 10,930
προτείνω πρότεινα, προέτεινα suggest 10,916
συναντώ συνάντησα meet 10,544
εξετάζω εξέτασα examine εξετάζομαι εξετάστηκα be examined 10,462
πέφτω έπεσα fall 10,167
πληρώνω πλήρωσα pay 9,665
καταφέρνω κατάφερα accomplish, succeed 9,566
ρωτώ, ρωτάω ρώτησα ask 9,407
βοηθώ, βοηθάω βοήθησα help 9,289
στέλνω έστειλα send 9,100
εξασφαλίζω ensure 8,941
βγάζω έβγαλα take off, take out 8,826
ευχαριστώ ευχαρίστησα thank 8,793
ανήκω ανήκα belong 8,537
τελειώνω τελείωσα finish 8,491
αποκτώ acquire 8,362
σταματάω, σταματώ σταμάτησα stop 8,319
διατηρώ keep, preserve διατηρούμαι 8,291
ενώνω join ενώνομαι 8,186
παρακολουθώ παρακολούθησα attend 8,133
εκδίδω publish, issue 8,098
μαθαίνω έμαθα learn 8,055
καταφέρω κατάφερα, κατέφερα inflict, land (blow) 8,027
διαβάζω διάβασα read 7,387
αποφεύγω απέφυγα avoid 7,326
συγκεντρώνω gather, collect 7,133
θυμάμαι θυμήθηκα remember 7,091
τοποθετώ place 6,996
ασχολούμαι pay attention to 6,816
υπογράφω sign 6,773
ξεχνώ, ξεχνάω ξεχάσω, ξέχασα forget 6,742
γυρίζω γύρισα return, turn 6,634
ενδιαφέρω interest ενδιαφέρομαι be interested in 6,377
δουλεύω δούλεψα work 6,210
επηρεάζω affect επηρεάζομαι 6,205
καταβάλλω defeat, pay money, make effort 6,058
νιώθω ένιωσα feel 5,994
επιμένω insist, persist 5,993
αποκαλύπτω reveal 5,943
σκέπτομαι   ‡ σκέφθηκα, σκέφτηκα think 5,889
φοβάμαι, φοβούμαι   ‡ φοβήθηκα be afraid 5,669
ρίχνω έριξα throw 5,685
διατυπώνω διατύπωσα express, voice 5,685
συμπληρώνω fill in, complete 5,673
στέκω στάθηκα stand up στέκομαι στάθηκα stand up, stop 5,587
αγοράζω αγόρασα buy 5,550
υφίσταμαι υπέστην, υπόστηκα subsist, exist 5,482
φτιάχνω make φτιάχνομαι 5,299
μοιάζω έμοιασα resemble 5,206
προτιμώ, προτιμάω prefer 5,156
αγαπώ, αγαπάω αγάπησα love, like 5,137
περιγράφω describe 5,098
τρέχω έτρεξα run 5,066
χτυπάω, χτυπώ strike, hit 5,062
κάθομαι   ‡ έκατσα, καθήσα sit 5,056
σβήνω έσβησα put out, switch off, erase σβήνομαι σβήστηκα fade, be erased (~5κ)
εργάζομαι work 4,975
κρύβω έκρυψα hide, cover κρύβομαι κρύφτηκα hide 4,920
πιάνω έπιασα take hold of, grasp πιάνομαι πιάστηκα catch, strike oil 4,852
παρακαλώ παρακάλεσα thank 4,840
ελπίζω hope 4,752
επισκέπτομαι   ‡ επισκέφτηκα visit 4,624
πετάω, πετώ πέταξα throw, fly 4,568
ετοιμάζω ετοίμασα prepare ετοιμάζομαι ετοιμάστηκα get ready 4,522
κοιτάζω κοίταξα look at 4,457
αντιλαμβάνομαι   ‡ αντιλήφθηκα understand 4,346
θυμίζω remind 4,340
σηκώνω σήκωσα raise, put up σηκώνομαι σηκώθηκα get up 4,308
λείπω έλειψα be away, be lacking 4,303
πεθαίνω πέθανα die 4,214
συνοδεύω συνόδεψα accompany 4,167
ονομάζω name 4,139
φωνάζω φώναξα cry 4,093
τρώω, τρώγω έφαγα eat 4,062
πουλάω, πουλώ sell 4,018
ανακαλύπτω discover 3,877
ανεβαίνω ανέβηκα ascend, go up 3,841
κόβω cut κόβομαι 3,826
ψάχνω έψαξα search 3,719
προστατεύω protect 3,705
πλησιάζω πλησίασα approach 3,545
συνηθίζω to be in the habit of 3,510
πωλώ, πουλώ sell 3,492
προγραμματίζω plan 3,360
καταστρέφω destroy καταστρέφομαι 3,348
νικάω, νικώ νίκησα win 3,308
φροντίζω φρόντισα take care 3,271
κατεβαίνω κατέβηκα descend 3,161
μοιράζω divide, share out μοιράζομαι 3,124
καίω destroy καίγομαι 3,096
σχηματίζω form 3,029
υπόσχομαι   ‡ υποσχέθηκα promise 2,981
διδάσκω δίδαξα teach 2,980
προσέχω πρόσεξα notice, observe 2,931
μαζεύω μάζεψα gather 2,915
αντέχω withstand 2,891
δοκιμάζω δοκίμασα try, sample 2,866
εμποδίζω, μποδίζω εμπόδισα prevent 2,865
καθιερώνω establish 2,828
σώζω save, rescue 2,812
προετοιμάζω prepare 2,673
συνδυάζω combine 2,635
σέβομαι respect 2,630
τραγουδάω, τραγουδώ τραγούδησα sing 2,553
λήγω expire 2,517
ταξιδεύω ταξίδεψα travel 2,427
διαφωνώ disagree 2,396
πίνω ήπια drink 2,393
διαρκώ last 2,384
χαίρω be glad χαίρομαι χάρηκα be glad 2,378
γελάω, γελώ γέλασα laugh 2,305
απομένω απέμεινα, απόμεινα remain 2,260
πάτω step on 2,257
εξαφανίζω εξαφάνισα vanish, disappear 2,231
απολαμβάνω απόλαυσα enjoy 2,113
διαλέγω διάλεξα choose 2,025
στερώ στέρησα deprive of στερούμαι στερήθηκα lack 1,937
διώχνω send away 1,931
ανάβω light 1,925
κοστίζω cost 1,907
χτίζω build 1,906
κηρύσσω κήρυξα preach 1,897
υπερασπίζω defend 1,858
παντρεύω πάντρεψα marry παντρεύομαι παντρεύτηκα 1,845
δένω έδεσα tie 1,826
καταφεύγω take refuge 1,709
παραλαβαίνω, παραλαμβάνω take delivery 1,686
κοιμάμαι, κοιμούμαι κοιμήθηκα sleep 1,684
συστήνω recommend, introduce 1,681
σκοπεύω σκόπευσα intend 1,639
απέχω to be a long way from 1,547
ανανεώνω renew 1,463
κουράζω κούρασα tire 1,449
κλαίω, κλαίγω έκλαψα weep κλαίγομαι κλαύτηκα whine 1,432
καθαρίζω καθάρισα clean 1,390
κατοικώ κατοίκησα live 1,384
ξυπνάω, ξυπνώ ξύπνησα awaken 1,374
λυπάμαι, λυπούμαι sorry, sad 1,369
προσκαλώ προσκάλεσα invite 1,347
χαλώ, χαλάω χάλασα spoil 1,341
δυσκολεύω δυσκόλεψα inconvenience, make hard δυσκολεύομαι δυσκολεύτηκα have difficulties, find difficult 1,340
απλώνω άπλωσα spread 1,309
περπατάω, περπατώ περπάτησα walk 1,294
βιάζω be in a hurry βιάζομαι 1,294
χορεύω χόρεψα dance 1,262
στοιχίζω στοίχισα cost 1,209
ντύνω έντυσα dress ντύνομαι ντύθηκα get dressed 1,156
ειδοποιώ notify 1,185
αργώ be late 1,156
χρεώνω debit 1,152
ωφελώ benefit 1,142
συγχωρώ forgive 1,140
πολεμάω, πολεμώ πολέμησα fight 1,136
αναχωρώ αναχώρησα depart 1,130
κτίζω build 1,124
γιορτάζω γιόρτασα celebrate 1,080
τερματίζω finish, end 1,078
ξοδεύω ξόδεψα spend 1,074
κουβαλώ, κουβαλάω κουβάλησα carry 1,064
δανείζω lend δανείζομαι borrow 1,052
σπρώχνω push 1,033
τηλεφωνώ, τηλεφωνάω τηλεφώνησα telephone 1,004