Appendix:Greek verbs

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search
An arbitary list of some Greek verbs
* indicates rare terms, possibly denied by some sources.
indicates the imperfect forms of verbs lacking a simple past tense.
indicates a deponent verb
‡‡ indicates a mediopassive verb

Α[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
2 αγαπώ, αγαπάω αγάπησα love, like αγαπιέμαι αγαπήθηκα be loved
1 αγγέλω, αγγέλλω άγγειλα, ήγγειλα announce αγγέλλομαι αγγέλθηκα be announced
1 αγγίζω άγγιξα touch αγγίζομαι αγγίχτηκα be touched
1 αγκαλιάζω αγκάλιασα embrace αγκαλιάζομαι αγκαλιάστηκα be embraced
1 αγοράζω αγόρασα buy αγοράζομαι αγοράστηκα be bought
2 αγρυπνώ, αγρυπνάω αγρύπνησα keep watch, stay awake
1 άγω lead άγομαι
d αγωνίζομαι αγωνίστηκα struggle, fight
αδιαφορώ αδιαφόρησα be indifferent to
1 αδικώ αδίκησα injure αδικούμαι, αδικιέμαι αδικήθηκα be wronged
1 αίρω ήρα raise, remove αίρομαι άρθηκα be lifted
d αισθάνομαι αισθάνθηκα feel
1 ακολουθώ ακολούθησα follow ακολουθούμαι, ακολουθιέμαι ακολουθήθηκα be followed
1 ακούω, ακούγω άκουσα listen to, hear ακούγομαι ακούστηκα be heard
1 αλείφω, αλείβω άλειψα spread αλείφομαι αλείφτηκα be spread
1 αλλάζω άλλαξα change αλλάζομαι αλλάχτηκα be changed
1 αμαρτάνω, αμαρταίνω αμάρτησα sin
1 αμπαλάρω αμπαλάρισα wrap, pack αμπαλάρομαι αμπαλαρίστηκα be packed
1 αμφιβάλλω αμφέβαλα doubt αμφιβάλλομαι*
1 αναβάλλω ανέβαλα delay αναβάλλομαι αναβλήθηκα be delayed
1 ανάβω άναψα light ανάβομαι ανάφτηκα be lighted
1 αναγγέλλω ανήγγειλα, ανάγγειλα announce αναγγέλλομαι αναγγέλθηκα be announced
1 αναγκάζω ανάγκασα compel αναγκάζομαι αναγκάστηκα be compelled
1 αναγνωρίζω αναγνώρισα recognise αναγνωρίζομαι αναγνωρίστηκα be recognised
1 αναδεικνύω, αναδείχνω ανέδειξα, ανάδειξα emphasise αναδεικνύομαι αναδείχθηκα, αναδείχτηκα be emphasised
2 αναζητώ, αναζητάω αναζήτησα seek αναζητιέμαι αναζητήθηκα be sought
1 ανακαλύπτω ανακάλυψα discover ανακαλύπτομαι ανακαλύφθηκα, ανακαλύφτηκα be discovered
1 ανακατεύω, ανακατώνω ανακάτεψα, ανακάτωσα mix, mingle ανακατεύομα采, ανακατώνομα采 ανακατεύτηκα, ανακατώθηκα be mixed
1 ανακυκλώνω ανακύκλωσα recycle ανακυκλώνομαι ανακυκλώθηκα be recycled
1 αναλαμβάνω ανέλαβα, ανάλαβα undertake, take on αναλαμβάνομαι αναλήφθηκα be taken on
1 ανανεώνω ανανέωσα renew ανανεώνομαι ανανεώθηκα be rejuvenated
1 αναπαύω ανέπαυσα give rest αναπαύομα采 αναπαύθηκα rest
1 αναπνέω ανέπνευσα, ανάπνευσα breathe
1 ανασταίνω ανάστησα revive ανασταίνομαι αναστήθηκα come back to life
1 αναστενάζω αναστέναξα sigh, groan
1 ανατέλλω ανέτειλα, ανάτειλα rise, appear
1 αναφέρω ανέφερα report, tell αναφέρομαι αναφέρθηκα be told, be reported
1 ανεβαίνω ανέβηκα ascend
1 ανήκω ανήκα belong
2 ανησυχώ ανησύχησα disturb, trouble ανησυχιέμαι* ανησυχήθηκα be troubled
1 ανοίγω άνοιξα open ανοίγομαι ανοίχτηκα be opened
1 αντέχω άντεξα endure
1 αντιγράφω αντέγραψα copy αντιγράφομαι αντιγράφτηκα be copied
1 αντικρύζω αντίκρυσα face, confront
d αντιλαμβάνομαι αντιλήφθηκα, αντιλήφτηκα apprehend, realise
1 αντιλέγω αντείπα disagree
1 αντιμετωπίζω αντιμετώπισα confront αντιμετωπίζομαι
1 αξίζω άξιζα deserve, be worth
1 απαγορεύω απαγόρεψα ban, prohibit απαγορεύομαι απαγορεύτηκα be prohibited
2 απαιτώ απαίτησα demand
2 απαντώ απάντησα reply, answer απαντιέμαι απαντήθηκα be met
1 απελαύνω απέλασα, απήλασα expel απελαύνομαι
1 απέχω απείχα abstain
1 απλώνω άπλωσα spread, stretch απλώνομαι απλώθηκα be spread
1 αποθαρρύνω αποθάρρυνα discourage αποθαρρύνομαι
1 αποκαλύπτω αποκάλυψα reveal αποκαλύπτομαι
1 αποκλείω απέκλεισα, απόκλεισα exclude αποκλείομαι
1 απολαμβάνω απόλαυσα enjoy
1 απομένω απόμεινα, απέμεινα, απέμενα remain
1 αποσβένω, αποσβήνω απόσβεσα extinguish, erase αποσβένομαι
1 αποσβήνω, αποσβένω απόσβησα extinguish, erase
1 αποσταίνω απόστασα tire
2 αποτελώ αποτέλεσα constitute αποτελούμαι αποτελέστηκα consist of
1 αποφασίζω αποφάσισα decide αποφασίζομαι αποφασίστηκα be decided
1 αποφεύγω απέφυγα, απόφυγα avoid αποφεύγομαι* αποφεύχθηκα be avoided
2 αποχτώ απόχτησα acquire αποχτιέμαι αποχτήθηκα be acquired
1 αρέσω άρεσα please, be nice αρέσκομαι* αρεσκόμουν like
1 αρταίνω άρτυσα break fast αρταίνομαι
1 αρχίζω, αρχινίζω άρχισα, αρχίνισα begin άρχομαι*
1 αρχινίζω, αρχίζω άρχισα, αρχίνισα begin άρχομαι
1 αυξάνω αύξησα increase αυξάνομαι
1 αυξομειώνω αυξομείωσα fluctuate αυξομειώνομαι
1 αφήνω άφησα leave αφήνομαι αφέθηκα be left

Β[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 βάζω έβαλα put βάζομαι
1 βαραίνω, βαρύνω βάρυνα burden
1 βαρύνω, βαραίνω βάρυνα burden
1 βγάζω έβγαλα take-off βγάζομαι
1 βγαίνω βγήκα go-out
1 βιάζω βίασα force βιάζομαι
1 βλάπτω, βλάφτω έβλαψα injure βλάπτομαι
1 βλασταίνω, βλαστάνω βλάστησα sprout
1 βλαστάνω, βλασταίνω βλάστησα sprout
1 βλάφτω, βλάπτω έβλαψα injure βλάπτομαι
1 βλέπω είδα see βλέπομαι
1 βόσκω βόσκησα graze βόσκομαι
1 βρέχω έβρεξα rain
1 βρίσκω βρήκα find βρίσκομαι
1 βυζαίνω βύζαξα suck βυζαίνομαι

Γ[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 γαρνίρω γαρνίρισα decorate γαρνίρομαι
1 γδέρνω έγδαρα graze γδέρνομαι
1 γέρνω έγειρα bend over
1 γιορτάζω γιόρτασα celebrate γιορτάζομαι
1 γνωρίζω γνώρισα know (somebody) γνωρίζομαι
1 γράφω έγραψα write γράφομαι
1 γυρίζω γύρισα return, turn γυρίζομαι

Δ[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 δανείζω δάνεισα lend δανείζομαι
1 δείχνω έδειξα show, point at δείχνομαι
1 δελεάζω δελέασα tempt δελεάζομαι
1 δένω έδεσα tie δένομαι
1 δέρνω έδειρα batter
1 δηλώνω δήλωσα declare δηλώνομαι
1 δημοσιεύω δημοσίευσα publish δημοσιεύομαι
1 διαβάζω διάβασα read διαβάζομαι
1 διαβαίνω διάβηκα cross
1 διαβλέπω διέβλεψα, διείδα foresee
1 διαλέγω διάλεξα choose διαλέγομαι
1 διαλύω διέλυσα wreck διαλύομαι
1 διανέμω διένειμα distribute διαλύομαι
1 διαρρηγνύω διέρρηξα breach
1 διατυπώνω διατύπωσα express, voice διατυπώνομαι
1 διαψεύδω διέψευσα contradict διαψεύδομαι
1 διδάσκω δίδαξα teach διδάσκομαι
1 δίδω, δίνω έδωσα give δένομαι
1 διευρύνω διεύρυνα widen διευρύνομαι
1 δίνω, δίδω έδωσα give δένομαι
1 διοργανώνω διοργάνωσα organise διευρύνομαι
1 διώχνω έδιωξα send away διώχνομαι
1 δοκιμάζω δοκίμασα try, sample δοκιμάζομαι
1 δοξάζω δόξασα praise δοκιμάζομαι
1 δουλεύω δούλεψα work δουλεύομαι
1 δυσκολεύω δυσκόλεψα complicate δυσκολεύομαι

Ε[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 εγείρω έγειρα, ήγειρα raise
1 εγκατασταίνω, εγκαθιστώ εγκατέστησα install
1 εισάγω εισήγαγα import εισάγομαι
1 εκδίδω εξέδωσα publish, issue εκδίδομαι
1 εκθέτω εξέθεσα display εκτίθεμαι
1 εκλέγω εξέλεξα elect εκλέγομαι
1 εκπίπτω εξέπεσα lose
1 εκπλήσσω εξέπληξα surprise
1 εκτίνω, εκτίω εξέτισα serve
1 εκτίω, εκτίνω εξέτισα serve
1 ελαύνω έλασα, ήλασα intrigue
1 ελέγχω έλεγξα check ελέγχομαι
1 ελπίζω έλπισα, ήλπισα hope
1 εμπνέω ενέπνευσα inspire εμπνέομαι
1 εμποδίζω, μποδίζω εμπόδισα, μπόδισα prevent εμποδίζομαι
1 ενδιαφέρω ενδιάφερα interest ενδιαφέρομαι
1 ενώνω ένωσα join ενώνομαι
1 εξασφαλίζω εξασφάλισα ensure εξασφαλίζομαι
1 εξαφανίζω εξαφάνισα disappear εξαφανίζομαι
1 εξεγείρω εξήγειρα, εξέγειρα excite εξεγείρομαι
1 εξετάζω εξέτασα examine εξετάζομαι
1 επεμβαίνω επέμβηκα interfere
1 επηρεάζω επηρέασα affect επηρεάζομαι
1 επιβάλλω επέβαλα impose επιβάλλομαι
1 επιμένω επέμεινα insist
1 επιτρέπω επέτρεψα permit επιτρέπομαι
1 επιτυγχάνω επέτυχα, πέτυχα achieve επιτυγχάνομαι
1 ετοιμάζω ετοίμασα prepare ετοιμάζομαι
1 εφαρμόζω εφάρμοσα apply εφαρμόζομαι
1 εφευρίσκω εφεύρα, εφηύρα invent εφευρίσκομαι

Ζ, Η, Θ[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 ζαχαρώνω ζαχάρωσα sugar ζαχαρώνομαι
1 ζεσταίνω ζέστανα heat ζεσταίνομαι
1 ζω έζησα live
1 θέλω θέλησα want
1 θέτω έθεσα
1 θυμιατίζω θυμιάτισα burn θυμιατίζομαι
1 θυμίζω θύμισα remind

Κ[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 καθαρίζω καθάρισα clean καθαρίζομαι
1 καθιερώνω καθιέρωσα consecrate καθιερώνομαι
1 καίγω, καίω έκαψα destroy καίγομαι
1 καίω, καίγω έκαψα destroy καίγομαι
1 καλύπτω κάλυψα cover καλύπτομαι
1 κάνω έκανα do
1 καταβάλλω κατέβαλα overpower καταβάλλομαι
1 καταθέτω κατέθεσα testify κατατίθεμαι
1 καταλαβαίνω κατάλαβα understand
1 καταλαμβάνω κατέλαβα seize καταλαμβάνομαι
1 καταπίνω κατάπια swallow καταπίνομαι
1 καταπλήσσω κατέπληξα
1 καταστρέφω κατέστρεψα, κατάστρεψα destroy καταστρέφομαι
1 κατάσχω κατάσχεσα, κατέσχεσα confiscate κατάσχομαι
1 καταφέρνω κατάφερα manage
1 καταφέρω κατάφερα inflict καταφέρομαι
1 καταφεύγω κατέφυγα shelter
1 κατεβαίνω κατέβηκα descend
1 κερδίζω κέρδισα gain κερδίζομαι
1 κηρύσσω, κηρύττω κήρυξα preach κηρύσσομαι
1 κηρύττω, κηρύσσω κήρυξα preach κηρύττομαι
1 κλαίγω, κλαίω έκλαψα weep κλαίγομαι
1 κλαίω, κλαίγω έκλαψα weep κλαίγομαι
1 κλάνω έκλασα fart
1 κλέβω έκλεψα
1 κλειδώνω κλείδωσα lock κλειδώνομαι
1 κλείνω έκλεισα close κλείνομαι
1 κόβω έκοψα cut κόβομαι
1 κοιτάζω κοίταξα look at κοιτάζομαι
1 κοστίζω κόστισα cost
1 κουράζω κούρασα tire κουράζομαι
1 κρίνω έκρινα judge κρίνομαι
1 κρύβω έκρυψα hide κρύβομαι
1 κτίζω, χτίζω έκτισα build κτίζομαι

Λ[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 λαβαίνω λάμβανα receive
1 λαμβάνω λάμβανα receive λαμβάνομαι
1 λαχαίνω έλαξα
1 λέγω, λέω είπα tell λέγομαι
1 λείπω έλειψα be away
1 λεπταίνω, λεπτύνω λέπτυνα
1 λεπτύνω, λεπταίνω λέπτυνα
1 λέω, λέγω είπα tell λέγομαι
1 λήγω έληξα expire
1 λύνω έλυσα loosen λύνομαι

Μ, Ν[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 μαζεύω μάζεψα gather μαζεύομαι
1 μαθαίνω έμαθα learn
1 μανθάνω εξέμαθα
1 μαλώνω μάλωσα quarrel
1 μειγνύω έμειξα
1 μένω έμεινα remain
1 μετέχω μετείχα, μετέσχον
1 μοιάζω έμοιασα resemble
1 μοιράζω μοίρασα distribute μοιράζομαι
1 μπαίνω μπήκα enter
1 μποδίζω, εμποδίζω μπόδισα, εμπόδισα prevent εμποδίζομαι
1 νέμω ένειμα
1 νιώθω, νοιώθω ένιωσα, ένοιωσα feel
1 νοιώθω, νιώθω ένοιωσα, ένιωσα feel
1 νομίζω νόμισα think
1 ντύνω έντυσα dress ντύνομαι

Ξ, Ο[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 ξέρω ήξερα know
1 ξοδεύω ξόδεψα spend ξοδεύομαι
1 οδηγώ οδήγησα drive οδηγούμαι
1 ονομάζω ονόμασα name ονομάζομαι
1 ορίζω όρισα define ορίζομαι
1 οφείλω όφειλα owe

Π, Ρ[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 παθαίνω έπαθα
1 παίζω έπαιξα play παίζομαι
1 παίρνω πήρα take παίρνομαι
1 πάλλω έπαλα
1 παντρεύω πάντρεψα marry παντρεύομαι
1 παραγγέλλω, παραγγέλω παράγγειλα, παρήγγειλα
1 παραγγέλω, παραγγέλλω παράγγειλα, παρήγγειλα
1 παραδίδω, παραδίνω παρέδωσα, παράδωσα deliver παραδίδομαι
1 παραδίνω, παραδίδω παρέδωσα, παράδωσα deliver παραδίνομαι
1 παραλαβαίνω, παραλαμβάνω παρέλαβα receive
1 παραλαμβάνω, παραλαβαίνω παρέλαβα receive παραλαμβάνομαι
1 παραλείπω παρέλειψα omit παραλείπομαι
1 παραλύω παρέλυσα, παράλυσα paralyse
1 παραμένω παρέμεινα linger, remain
1 παρεισφρέω παρεισέφρησα infiltrate
1 παρέχω παρείχα, παρέσχον give παρέχομαι
1 παρισταίνω, παριστάνω, παριστώ παρέστησα
1 παριστάνω, παρισταίνω, παριστώ παρέστησα
παριστώ, παριστάνω, παρισταίνω [[]]
1 παρουσιάζω παρουσίασα appear
1 πάω, πηγαίνω πήγα go
1 πεθαίνω πέθανα die
1 πειράζω πείρασα annoy
1 περιγράφω περιέγραψα describe
1 περιμένω περίμενα wait
1 πετυχαίνω πέτυχα, επέτυχα succeed
1 πέφτω έπεσα fall
1 πηγαίνω, πάω πήγα go
1 πιάνω έπιασα catch
1 πίνω ήπια drink πίνομαι
1 πιστεύω πίστεψα believe
1 πλάθω έπλασα shape
1 πλέκω έπλεξα knit
1 πλένω έπλυνα wash
1 πλέω έπλευσα
1 πληρώνω πλήρωσα pay
1 πλησιάζω πλησίασα approach
1 πλήττω έπληξα
1 πνέω έπνευσα
1 ποικίλλω ποίκιλα
1 προγραμματίζω προγραμμάτισα plan
1 προετοιμάζω προετοίματισα prepare
1 προλαβαίνω πρόλαβα avert
1 προλαμβάνω πρόλαβα anticipate
1 προσέχω πρόσεξα notice, observe
1 προσθέτω πρόσθεσα add
1 προστατεύω προστάτεψα protect
1 προσφέρω προσέφερα, πρόσφερα offer
1 προτείνω πρότεινα suggest
1 προφτάνω, προφταίνω πρόφτασα anticipate
1 προφταίνω, προφτάνω πρόφτασα anticipate
1 πταίω, φταίω έφταιξα be to blame
1 ρέω έρρευσα
1 ρίχνω έριξα throw

Σ[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 σέρνω, σύρω, σούρνω έσυρα pull
1 σαπίζω σάπισα rot
1 σβήνω έσβησα extinguish
1 σηκώνω σήκωσα raise
1 σημαίνω σήμανα ring
1 σκάβω έσκαψα dig
1 σκοπεύω σκόπευσα intend
1 σούρνω, σέρνω, σύρω έσουρα pull
1 σπάζω έσπασα break
1 σπείρω, σπέρνω έσπειρα
1 σπέρνω, σπείρω έσπειρα
1 στέκω στάθηκα stand-up
1 στέλλω, στέλνω έστειλα send
1 στέλνω, στέλλω έστειλα send
1 στρέφω έστρεψα
1 σπρώχνω έσπρωξα push
1 στοιχίζω στοίχισα cost
1 συγχαίρω συγχάρηκα congratulate
1 συγκεντρώνω συγκέντρωσα gather
1 συμπληρώνω συμπληρώσα fill-in
1 συνάπτω σύναψα, συνήψα join
1 συνδυάζω συνδύασα combine
1 συνεχίζω συνέχισα continue
1 συνηθίζω συνήθισα get used to
1 συνοδεύω συνόδεψα accompany
1 συντρέχω συνέτρεζα help
1 σύρω, σέρνω, σούρνω έσυρα pull
1 συστήνω, συστιστώ σύστησα introduce
συστιστώ, συστήνω συνέστησα introduce
σφάλλομαι, σφάλλω
1 σφάλλω, σφάλλομαι έσφαλα
1 σχηματίζω σκημάτισα form
1 σώζω έσωσα save, rescue
1 σωπαίνω σώπασα

Τ, Υ[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English


1 ταξιδεύω ταξίδεψα travel
1 τείνω έτεινα
1 τελειώνω τελείωσα finish
1 τέμνω έταμα, έτμησα
1 τερματίζω τερμάτισα finish, end
1 τηγανίζω τηγάνισα fry
1 τρέπω έτρεψα
1 τρέφω έθρεψα feed
1 τρέχω έτρεξα run
1 τρώγω, τρώω έφαγα eat
1 τρώω, τρώγω έφαγα eat
1 τυλίγω τύλιξα roll
1 υπακούω υπάκουσα obey
1 υπάρχω υπήρξα exist
1 υπερασπίζω υπεράσπισα defend
1 υπογράφω υπέγραψα, υπόγραψα sign

Φ, Χ, Ψ, Ω[edit]

Conj Present Simple past English Passive Simple past English
1 φέρνω έφερα bring
1 φέρω έφερα bring
1 φεύγω έφυγα leave
1 φθάνω, φτάνω έφθασα arrive
1 φθείρω έφθειρα
1 φρεσκάρω φρέσκαρα, φρεσκάρισα refresh
1 φροντίζω φρόντισα care for
1 φταίω, πταίω έφταιξα be to blame
1 φτάνω, φθάνω έφτασα arrive
1 φτιάχνω έφτιαξα make
1 φωνάζω φώναξα cry
1 χαίρω be glad
1 χάνω έχασα lose
1 χέω έχυσα
1 χορεύω χόρεψα dance
1 χορταίνω χόρτασα
1 χρεώνω χρέωσα debit
1 χτίζω, κτίζω έχτισα build χτίζομαι
1 χύνω έχυσα pour
1 ψάλλω, ψέλνω έψαλα sing
1 ψάχνω έψαξα search
1 ψέλνω, ψάλλω έψαλα sing