Αφροδίτη

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to navigation Jump to search

Greek[edit]

Etymology[edit]

From Ancient Greek Ἀφροδίτη (Aphrodítē, Aphrodite)

Proper noun[edit]

Αφροδίτη (Afrodítif

  1. a female given name, Aphrodite
  2. (Greek mythology) Aphrodite, the Greek goddess of love, beauty and sexuality. Equivalent to the Roman goddess Venus.
  3. (astronomy) The planet Venus

Declension[edit]

Derived terms[edit]

Coordinate terms[edit]

See also[edit]

Solar System in Greek · Ηλιακό σύστημα (Iliakó sýstima) (layout · text)
Star Ήλιος (Ílios)
Planets and
most likely
dwarf planets
Ερμής (Ermís) Αφροδίτη (Afrodíti) Γη (Gi) Άρης (Áris) Δήμητρα (Dímitra) Δίας (Días) Κρόνος (Krónos) Ουρανός (Ouranós) Ποσειδώνας (Poseidónas) Πλούτωνας (Ploútonas)
Notable
moons
Σελήνη (Selíni) Φόβος (Fóvos)
Δείμος (Deímos)
Ιώ ()
Ευρώπη (Evrópi)
Γανυμήδης (Ganymídis)
Καλλιστώ (Kallistó)
Μίμας (Mímas)
Εγκελάδος (Egkeládos)
Τηθύς (Tithýs)
Διώνη (Dióni)
Ρέα (Réa)
Τιτάνας (Titánas)
Ιαπετός (Iapetós)

Μιράντα (Miránta)
Άριελ (Áriel)
Ουμβριήλ (Oumvriíl)
Τιτάνια (Titánia)
Όμπερον (Ómperon)
Τρίτωνας (Trítonas) Χάρων (Cháron)
Στύγα (Stýga)
Νύκτα (Nýkta)
Κέρβερος (Kérveros)
Ύδρα (Ýdra)