ακόμα

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to navigation Jump to search

Greek[edit]

Alternative forms[edit]

Etymology[edit]

With stress shift, from Byzantine Greek ἀκομήν (akomḗn), anaptyctic form of Ancient Greek ἀκμήν (akmḗn), from ἀκμή (akmḗ).

Adverb[edit]

ακόμα (akóma)

  1. yet, still
    Είναι ακόμα ζωντανός.
    Eínai akóma zontanós.
    He's still alive.
  2. more, remaining, other
    Χρειάζομαι ακόμα δύο μέρες.
    Chreiázomai akóma dýo méres.
    I need two more days.
  3. even + και (kai)
    Ακόμα και η Ελένη είπε ναι!
    Akóma kai i Eléni eípe nai!
    Even Helen said yes!
    Στη χώρα του, ακόμη και το Νοέμβριο κάνει ζέστη.
    Sti chóra tou, akómi kai to Noémvrio kánei zésti.
    In his country, it's hot even in November.
    Μετά τη δολοφονία, φοβάται ακόμη και να βγει έξω από το σπίτι του
    Metá ti dolofonía, fovátai akómi kai na vgei éxo apó to spíti tou
    After the killing, he's afraid even to get out of his house.
  4. even if + και αν (kai an), και να (kai na) or και όταν (kai ótan); when followed by a concessive clause
    Ακόμη και αν συμφωνούν μεταξύ τους, συμπεριφέρονται άσχημα.
    Akómi kai an symfonoún metaxý tous, symperiférontai áschima.
    Even if they agree with each other, they behave badly.
    Δεν θα την επιτρέψω να χρησιμοποιήσει το αυτοκίνητό μου, ακόμη και να μου το ζητήσει παρακαλώντας.
    Den tha tin epitrépso na chrisimopoiísei to aftokínitó mou, akómi kai na mou to zitísei parakalóntas.
    I will not allow her to use my car, even if she begs me to.

Synonyms[edit]

Derived terms[edit]

Further reading[edit]