μοναδικό

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Adjective[edit]

μοναδικό (monadikó)

  1. Accusative masculine singular form of  μοναδικός (monadikós).
  2. Nominative neuter singular form of  μοναδικός (monadikós).
  3. Accusative neuter singular form of  μοναδικός (monadikós).
  4. Vocative neuter singular form of  μοναδικός (monadikós).