πραγματικός αριθμός

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

πραγματικός αριθμός ‎(pragmatikós arithmósm ‎(plural πραγματικοί αριθμοί)

  1. (mathematics) real number

See also[edit]

External links[edit]