στεφάνι

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

στεφάνι

Noun[edit]

στεφάνι (stefánin (plural στεφάνια)

  1. wreath (arrangement of flowers)
    ένα στεφάνι για κηδεία
    funeral wreath

Declension[edit]