αφήνω

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Verb[edit]

αφήνω (afíno) simple past: άφησα (áfisa)

  1. leave, allow, let, let go, let go of, drop, drop off, abandon
    άφησε το μολύβι του να πέσει στο πάτωμα (he let the pencil fall to the floor)
    άφησα το πορτοφόλι μου πάνω στο τραπέζι (I left my wallet on the table)
    αφήστε με ήσυχη (leave me alone)
    τον άφησαν ελεύθερο (to set free)

Conjugation[edit]