της πουτάνας το κάγκελο

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to navigation Jump to search

Greek[edit]

Pronunciation[edit]

  • IPA(key): /tis puˈtanas to ˈkaŋɡelo/
  • Hyphenation: της που‧τά‧νας το κά‧γκε‧λο

Noun[edit]

της πουτάνας το κάγκελο (tis poutánas to kágkelof or n (uncountable) (literally: the whore's railing)

  1. (idiomatic, colloquial, vulgar) Alternative form of της πουτάνας (tis poutánas): mayhem, pandemonium, commotion, upheaval, all hell breaks loose; the shit hits the fan
    Θύμωσε ο άντρας της και έγινε της πουτάνας το κάγκελο στο σπίτι.
    Thýmose o ántras tis kai égine tis poutánas to kágkelo sto spíti.
    Her husband got mad and all hell broke loose in the house.

Synonyms[edit]