Category:el:Finance

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Recent additions to the category
  1. ένεση
  2. ΑΦΜ
  3. Α.Φ.Μ.
  4. αντισταθμίζω
  5. στοιχίζω
  6. κεφαλαίο
  7. υποθηκεύω
  8. υποθήκη
  9. τεφτέρι
  10. ισοζύγιο
Oldest pages ordered by last edit
  1. αποταμιεύω
  2. υποθηκεύω
  3. στοιχίζω
  4. ισοσκελίζω
  5. μητρική εταιρεία
  6. αντισταθμίζω
  7. έλλειμμα
  8. κόστος
  9. κεφαλαίο
  10. αντίτιμο

» All languages » Greek language » All topics » Society » Business » Finance

Greek terms related to finance.