απαρχαιωμένος

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to navigation Jump to search

Greek[edit]

Alternative forms[edit]

Etymology[edit]

Perfect participle of απαρχαιώνομαι (aparchaiónomai), passive voice of απαρχαιώνω. From Ancient Greek ἀπηρχαιωμένος (apērkhaiōménos) perfect participle of the passive verb ἀπαρχαιόομαι / ἀπαρχαιοῦμαι.

Pronunciation[edit]

  • IPA(key): /aparçeoˈmenos/
  • Hyphenation: α‧παρ‧χαι‧ω‧μέ‧νος

Participle[edit]

απαρχαιωμένος (aparchaioménosm (perfect, feminine απαρχαιωμένη, neuter απαρχαιωμένο)

  1. archaic, obsolete
  2. old-fashioned, antiquated
    Μια απαρχαιωμένη μέθοδος διδασκαλίας.Mia aparchaioméni méthodos didaskalías.An old-fashioned teaching method.
    Έχει απαρχαιωμένες αντιλήψεις.Échei aparchaioménes antilípseis.[He/she] has old-fashioned views.

Declension[edit]