From Wiktionary, the free dictionary
From πασπάλη ( paspáli ) .
πασπαλίζω • (paspalízo ) (past πασπάλισα , passive πασπαλίζομαι )
to sprinkle , powder
πασπαλίζω πασπαλίζομαι
Active voice ➤
Passive voice ➤
Indicative mood ➤
Imperfective aspect ➤
Perfective aspect ➤
Imperfective aspect
Perfective aspect
Non-past tenses ➤
Present ➤
Dependent ➤
Present
Dependent
1 sg
πασπαλίζω
πασπαλίσω
πασπαλίζομαι
πασπαλιστώ
2 sg
πασπαλίζεις
πασπαλίσεις
πασπαλίζεσαι
πασπαλιστείς
3 sg
πασπαλίζει
πασπαλίσει
πασπαλίζεται
πασπαλιστεί
1 pl
πασπαλίζουμε , [πασπαλίζομε ]
πασπαλίσουμε , [πασπαλίσομε ]
πασπαλιζόμαστε
πασπαλιστούμε
2 pl
πασπαλίζετε
πασπαλίσετε
πασπαλίζεστε , πασπαλιζόσαστε
πασπαλιστείτε
3 pl
πασπαλίζουν (ε )
πασπαλίσουν (ε )
πασπαλίζονται
πασπαλιστούν (ε )
Past tenses ➤
Imperfect ➤
Simple past ➤
Imperfect
Simple past
1 sg
πασπάλιζα
πασπάλισα
πασπαλιζόμουν (α )
πασπαλίστηκα
2 sg
πασπάλιζες
πασπάλισες
πασπαλιζόσουν (α )
πασπαλίστηκες
3 sg
πασπάλιζε
πασπάλισε
πασπαλιζόταν (ε )
πασπαλίστηκε
1 pl
πασπαλίζαμε
πασπαλίσαμε
πασπαλιζόμασταν , (πασπαλιζόμαστε )
πασπαλιστήκαμε
2 pl
πασπαλίζατε
πασπαλίσατε
πασπαλιζόσασταν , (πασπαλιζόσαστε )
πασπαλιστήκατε
3 pl
πασπάλιζαν , πασπαλίζαν (ε )
πασπάλισαν , πασπαλίσαν (ε )
πασπαλίζονταν , (πασπαλιζόντουσαν )
πασπαλίστηκαν , πασπαλιστήκαν (ε )
Future tenses ➤
Continuous ➤
Simple ➤
Continuous
Simple
1 sg
θα πασπαλίζω ➤
θα πασπαλίσω ➤
θα πασπαλίζομαι ➤
θα πασπαλιστώ ➤
2,3 sg , 1,2,3 pl
θα πασπαλίζεις , …
θα πασπαλίσεις , …
θα πασπαλίζεσαι , …
θα πασπαλιστείς , …
Perfect aspect ➤
Perfect aspect
Present perfect ➤
έχω , έχεις , … πασπαλίσει έχω, έχεις, … πασπαλισμένο , ‑η, ‑ο ➤
έχω, έχεις, … πασπαλιστεί είμαι , είσαι , … πασπαλισμένος , ‑η, ‑ο ➤
Past perfect ➤
είχα , είχες , … πασπαλίσει είχα, είχες, … πασπαλισμένο , ‑η, ‑ο
είχα, είχες, … πασπαλιστεί ήμουν , ήσουν , … πασπαλισμένος , ‑η, ‑ο
Future perfect ➤
θα έχω , θα έχεις , … πασπαλίσει θα έχω, θα έχεις, … πασπαλισμένο , ‑η, ‑ο
θα έχω, θα έχεις, … πασπαλιστεί θα είμαι, θα είσαι, … πασπαλισμένος , ‑η, ‑ο
Subjunctive mood ➤
Formed using present , dependent (for simple past ) or present perfect from above with a particle (να , ας ).
Imperative mood ➤
Imperfective aspect
Perfective aspect
Imperfective aspect
Perfective aspect
2 sg
πασπάλιζε
πασπάλισε
—
πασπαλίσου
2 pl
πασπαλίζετε
πασπαλίστε
πασπαλίζεστε
πασπαλιστείτε
Other forms
Active voice
Passive voice
Present participle➤
πασπαλίζοντας ➤
—
Perfect participle➤
έχοντας πασπαλίσει ➤
πασπαλισμένος , ‑η, ‑ο ➤
Nonfinite form➤
πασπαλίσει
πασπαλιστεί
Notes Appendix:Greek verbs
• (…) optional or informal. […] rare. {…} learned, archaic. • Multiple forms are shown in order of reducing frequency. • Periphrastic imperative forms may be produced using the subjunctive.