Category:Greek verbs

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search
Recent additions to the category
  1. αναδίδω
  2. αναδίνω
  3. διαρθρώνομαι
  4. διαρθρώνω
  5. αναδιαρθρώνω
  6. αναδιαρθρώνομαι
  7. αναδημοσιεύομαι
  8. αναδημοσιεύω
  9. αναδημιουργούμαι
  10. αναδημιουργώ
Oldest pages ordered by last edit
  1. με πιάνει αμόκ
  2. παθαίνω αμόκ
  3. κάνω τόπι στο ξύλο
  4. μαυρίζω στο ξύλο
  5. σπάω στο ξύλο
  6. καβαλάω το καλάμι
  7. χάνω το λογαριασμό
  8. παίρνω πίπα
  9. πετάγομαι σαν την πορδή
  10. καθίζω στο σκαμνί

Fundamental » All languages » Greek » Lemmas » Verbs

Greek terms that indicate actions, occurrences or states.

For more information, see Appendix:Greek verbs.

Subcategories

This category has the following 24 subcategories, out of 24 total.

A

C

D

I

M

P

T

Pages in category "Greek verbs"

The following 200 pages are in this category, out of 2,501 total.

(previous page) (next page)

Α

(previous page) (next page)